Η Βιβλιοθήκη του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου “Βασίλης Μιχαηλίδης” λειτούργησε το 2007 και στεγάζεται στο αναπαλαιωμένο κτήριο των παλαιών Δικαστηρίων της Λεμεσού. Η Βιβλιοθήκη είναι ανοικτή για το κοινό και παρέχει τη δυνατότητα δανεισμού των συλλογών της σε όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, αλλά και σε όσους πολίτες είναι εγγεγραμμένα μέλη της.
Αποστολή της Βιβλιοθήκης είναι να εξυπηρετεί και να υποστηρίζει τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, ενισχύοντας την επιστημονική έρευνα και την εκπαιδευτική διαδικασία. Η Βιβλιοθήκη συμμετέχει ενεργά στο όραμα του Πανεπιστημίου για την παροχή εκπαίδευσης και έρευνας υψηλού επιπέδου σε κλάδους αιχμής. Αυτό επιτυγχάνεται με την πρόσβαση στην πληροφορία και την καταγεγραμμένη γνώση, με τη διεξαγωγή σεμιναρίων καθώς και με την εξασφάλιση και οργάνωση αξιόλογων πηγών πληροφόρησης για την ανάπτυξη ερευνητικών και άλλων δεξιοτήτων από τους χρήστες-μέλη της.
Επιπρόσθετα η Βιβλιοθήκη εξυπηρετεί μέλη της ευρύτερης επιστημονικής κοινότητας, ενώ παράλληλα συνεργάζεται με άλλα ιδρύματα και βιβλιοθήκες της Κύπρου με σκοπό την καταγραφή και την τεκμηρίωση των έργων πολιτιστικής κληρονομιάς και της καλλιτεχνικής πολιτιστικής παραγωγής του τόπου.
Ιστορική Αναδρομή
Κτήριο των παλαιών Δικαστηρίων, 1940, Φωτογραφία από Παττίχειον Δημοτικό Μουσείο, Ιστορικό Αρχείο και Κέντρο Μελετών
Η Βιβλιοθήκη του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου στεγάζεται στο κτήριο των παλαιών Δικαστηρίων, ένα κτίσμα εκλεκτικιστικού ρυθμού με προεξάρχον το νεοαναγεννησιακό στοιχείο σε σχέδια του διάσημου αρχιτέκτονα William Williams. Οικοδομήθηκε το 1911 υπό την επίβλεψη των εργολάβων Γεώργιου Ευθυβούλου και Νεόφυτου Λανίτη. Πρόκειται για ένα μνημειώδες κτήριο το οποίο έχει κηρυχθεί διατηρητέο. Αρχικά υπήρχαν σχέδια για ένα μεγαλύτερο και πιο επιβλητικό Δικαστικό Μέγαρο το οποίο θα κτιζόταν κοντά στο σημερινό παλαιό λιμάνι. Λόγω όμως οικονομικών δυσχερειών, οι Άγγλοι κυβερνήτες αναγκάστηκαν να περιοριστούν σε ένα μικρότερης κλίμακας οικοδόμημα. Το Δικαστήριο κτίστηκε τελικά πίσω από το παλαιό Ταχυδρομείο, στην Πλατεία Ευγενίου Ζήνωνος και λειτούργησε για πρώτη φορά στα τέλη Ιούλιου του 1911 και σιγά σιγά γίνεται σημείο αναφοράς.
Ενδεικτικά της σημασίας του κτιρίου και της επίδρασης του στο κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής είναι ότι η Δυτική πλευρά με τα πανύψηλα πεύκα που διασώζονται και σήμερα που ονομάστηκε πλατεία δικαστηρίων. Με φόντο το κτίριο όπως διεσώθη σήμερα, δικαστές και δικηγόροι έπαιρναν καθημερινά το πρωινό τους εξυπηρετούμενοι από το καφενείο του «Ριαλά». Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, γύρω από αυτό άνοιξαν διάφορα δικηγορικά γραφεία και μικρά καφενεδάκια «δια τον απαραίτητον κόσμον των αργόσχολων και των άλλων που τριγυρίζουν πάντοτε τα Δικαστήρια» (εφημερίδα Αλήθεια, 5 Αυγούστου 1911). Παρ’ όλα αυτά, το όλο οικοδόμημα προκάλεσε τα αρνητικά σχόλια των Λεμεσιανών οι οποίοι το θεώρησαν κακόγουστο και ξένο προς τις αρχιτεκτονικές παραδόσεις του νησιού και γενικά ότι δεν ανταποκρινόταν στο σκοπό για τον οποίο κτίστηκε. Δημοσίευση της εφημερίδας Αλήθεια στις 5 Αυγούστου 1911, χαρακτηρίζει την κεντρική αίθουσα του Δικαστικού Μεγάρου ως «ευρεία» και «ευάερος» σε αντίθεση με τις υπόλοιπες αίθουσες και χώρους του κτηρίου τα οποία χαρακτηρίζονται «χαμηλά, μικρά και στενάχωρα». Αργότερα, λόγω έλλειψης χώρου τα Δικαστήρια μεταφέρθηκαν στην οδό Αθηνών, στο πρώην Παρθεναγωγείο της Λεμεσού. Στα εγκαταλειμμένα πλέον κτήρια των παλαιών Δικαστηρίων λειτούργησαν διάφορες κρατικές υπηρεσίες με τελευταίο το Γραφείο Είσπραξης Φόρων.
Το Μάρτιο του 2007 με την παραχώρηση του στο ΤΕΠΑΚ, το κτήριο υπέστη εκτεταμένη αντισεισμική αναβάθμιση και πλήρη εσωτερική ανακαίνιση. Διατηρήθηκε όμως τόσο η εξωτερική όψη και τα εσωτερικά γλυπτικά χαρακτηριστικά ενώ εφαρμόστηκαν σύγχρονα τεχνολογικά και λειτουργικά στοιχείας. Το 2009 η Βιβλιοθήκη μεταστεγάστηκε στο κτήριο των παλαιών Δικαστηρίων της Λεμεσού. Η Βιβλιοθήκη πήρε την ονομασία της από τον εθνικό ποιητή της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη.